Πολλοί από εμάς έχουμε ξοδέψει μεγάλο μέρος της ζωής μας προσπαθώντας να απαλλαγούμε από τον ψυχικό πόνο, να τον αναισθητοποιήσουμε, να προσποιηθούμε ότι δεν είναι εκεί. Με αυτό τον τρόπο αποσπάμε τον εαυτό μας, έτσι ώστε να μην τον αντιμετωπίσουμε. Τον αποφεύγουμε με κάθε κόστος. Πολλές φορές τον προβάλλουμε στους άλλους. Άλλες πάλι τον διανοητικοποιούμε ούτως ώστε να μην τον αισθανόμαστε. Τον ελαχιστοποιούμε γιατί “οι άλλοι είναι χειρότερα” και εν τέλει τον αρνούμαστε.
Αυτή η άρνηση, συχνά ξεκινά ως μηχανισμός άμυνας προκειμένου να επιβιώσουμε από οδυνηρές εμπειρίες. Μπορεί ως παιδιά να βιώσαμε την ελαχιστοποίηση του πόνου μας από τους φροντιστές μας, π.χ.”έλα δεν είναι τίποτα, μέχρι να παντρευτείς θα γιάνει” έλεγε η γιαγιά μου όταν έπεφτα και μάτωνε το γόνατό μου! Άλλοτε πάλι μπορεί να μάθαμε να τον αρνούμαστε μιμούμενοι τους γύρω μας που έκαναν το ίδιο. Μπορεί ακόμα ο πόνος μας να ήταν τόσο μεγάλος που αποφασίσαμε να τον αρνηθούμε για να αποφύγουμε να επιβαρύνουμε τους σημαντικούς άλλους. Ακόμα, μπορεί το να αναγνωρίζαμε τον πόνο μας να νιώθαμε ότι ήταν ένδειξη εγωισμού ή μπορεί το να τον αναγνωρίσουμε να μας έκανε να γίνουμε “κομμάτια” και να μην είχαμε κάποιον να μας σταθεί.
Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, μάθαμε ότι ο πόνος μας δεν έχει σημασία. Εμείς δεν είχαμε σημασία. Έτσι, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσαμε να τον χειριστούμε και τον αφήναμε χωρίς φροντίδα. Όμως ο πόνος μας αξίζει να φροντιστεί. Όταν μάθουμε να ονοματίζουμε τον πόνο μας, να τιμάμε τη θέση του στην έκφραση μερών του εαυτού μας που έχουν παραμεληθεί, να πιστέψουμε ότι η ανθρώπινη φύση μας έχει αξία, ότι έχουν αξία όχι μόνο τα χαρούμενα κομμάτια μας αλλά και τα οδυνηρά μας, όταν μάθουμε να δίνουμε αξία στις εμπειρίες μας και να γνωρίζουμε ότι αξίζει στον πόνο μας να φανεί και να φροντιστεί, τότε θα μπορέσουμε να θεραπευτούμε.


